Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ελληνικός «λευκός χρυσός» και η χαμένη ευκαιρία

των Δημήτρη Τζάνα και Θανάση Σταυρόπουλου  ( αναδημοσίευση από το EURO2DAY.GR )

Η καθοριστική συμβολή του βαμβακιού στη δομή της οικονομίας και οι λόγοι που οδήγησαν στη σημερινή «αφάνεια». Η κλωστοϋφαντουργία, «βαρύ πυροβολικό» του ΧΑ τη δεκαετία του '80 και γιατί απογοήτευσε. Οι ευθύνες κράτους, τραπεζών και επιχειρηματιών.

Αν οι πετρελαιοπαραγωγικές χώρες είχαν τον δικό τους "μαύρο χρυσό" που τις βοήθησε να γίνουν πλούσιες, καθώς επί δεκαετίες η τιμή του πετρελαίου κρατήθηκε σε υψηλά επίπεδα, η Ελλάδα είχε αντίστοιχα τον δικό της "λευκό χρυσό"(!)

Αναφερόμαστε στο βαμβάκι, που επί πολλές δεκαετίες είχε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ελληνική οικονομία, ενώ αποτελούσε την κύρια πηγή πλούτου για ορισμένες περιφέρειες και ιδιαίτερα τη Θεσσαλία. Αυτό συνέβαινε γιατί το εξαιρετικής ποιότητας ελληνικό βαμβάκι αποτελούσε την πρώτη ύλη μιας ιδιαίτερα ανθηρής βιομηχανίας, εκείνης της κλωστοϋφαντουργίας, ενώ μεγάλες ποσότητες πωλούντο και συνεχίζουν να πωλούνται στο εξωτερικό.
Η κλωστοϋφαντουργία με τη σειρά της παρήγαγε πρώτες ύλες, τα νήματα, για τη βιομηχανία υφασμάτων και αυτή με τη δική της σειρά την πρώτη ύλη για τον κλάδο έτοιμων ενδυμάτων. Τελικά, το βαμβάκι, βασικό αγροτικό προϊόν της χώρας, είχε καθοριστική συμβολή στο κτίσιμο μιας καθετοποιημένης βιομηχανίας που αποτελούσε, κυριολεκτικά, τη βαριά βιομηχανία της χώρας αφού η συμμετοχή της στον βιομηχανικό τομέα σε όρους προϊόντος και απασχόλησης ξεπερνούσε οποιονδήποτε άλλο.
Μεγάλος αριθμός εταιρειών από την κλωστοϋφαντουργία, τα υφάσματα και ενδύματα, ήταν στο παρελθόν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, αποτελώντας τον κλάδο όπου επικεντρωνόταν το μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον, μετά τις τράπεζες, σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο. Μάλιστα, δεν είναι υπερβολή αν λεχθεί ότι μερικές εταιρείες της κλωστοϋφαντουργίας αποτελούσαν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '80 το "βαρύ πυροβολικό" της εγχώριας χρηματιστηριακής αγοράς.
Ας μνημονεύσουμε μερικά ονόματα εταιρειών (στην παρένθεση οι πωλήσεις έτους 1987, σε εκατ. δρχ.), κλωστοϋφαντουργικές, υφασμάτων και ενδυμάτων: Άριστον, Πειραϊκή - Πατραϊκή (39.497, είχε υπαχθεί στον ΟΑΕ), Βόμβυξ, Δημητριάδης (558), Ελφίκο (967), Εριοϋφαντουργική (333), Καμσίζογλου (1.102), Νάουσα (8.206), Λέκκας (1.502), Μακεδονικά Κλωστήρια (3.000), Μερινός, Νηματεμπορική (816), Αιγαίον (15.803), Ανατόλια, Fintexport, ΕΤΜΑ (6.595), ΓΕΠΑ.
Στην πρώτη μεγάλη "κούρσα" του Ελληνικού Χρηματιστηρίου, που σημειώθηκε το 1987 (με τις συναλλαγές χωρίς ημερήσιο όριο μεταβολής), ο Γενικός Δείκτης ξεκίνησε από τις 97,14 μονάδες (κλείσιμο 31/12/1986) και κορύφωσε στις 518,59 μονάδες (κλείσιμο 15/10/1987), λίγες μέρες πριν την "Black Monday" στη Wall Street.
Αυτής της ανόδου είχαν ηγηθεί οι κλωστοϋφαντουργικές εταιρείες (ούτε μία από τις παραπάνω δεν έχει παρουσία σήμερα στο ταμπλό του Χ.Α., είτε με τη μορφή του αρχικού εταιρικού σχήματος, είτε ως "όχημα" που μετατράπηκαν μερικές), με γνωστές τις συνέπειες για τους μικρομετόχους που επένδυσαν σε αυτές, εν μέσω έντονων φημών-σεναρίων για πιθανές επιθετικές εξαγορές από Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς επενδυτές, που είχαν το "know how" στην παραγωγή της πρώτης ύλης και ήθελαν να αποκτήσουν κοντινότερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σε κάποιες από τις συνεδριάσεις του Οκτωβρίου του 1987, ο τζίρος στο Χ.Α. ξεπέρασε το 1 δισ. δρχ. και το γεγονός έγινε πρωτοσέλιδο σε πολλές εφημερίδες της εποχής (!)
Επίσης κατά την τελευταία συνεδρίαση πριν τη "Μαύρη Δευτέρα" (19/10), παρά το γεγονός ότι ο Γενικός Δείκτης είχε ολοκληρώσει τη συνεδρίαση με απώλειες 2,23%, ο τίτλος των Κλ. Ναούσης είχε κλείσει με σημαντική άνοδο και πιο συγκεκριμένα στις 42.000 δρχ. και με αγοραστές, για να ακολουθήσει περίπου κάθετη πτώση και επιστροφή στις 800 δρχ. λίαν συντόμως.
Στις 19 Οκτωβρίου του 1987 ο Dow Jones υποχώρησε 508 μονάδες, ένα μέγεθος που μπορεί να μην τρομάζει με βάση τις σημερινές τιμές, ωστόσο τότε η πτώση των 508 μονάδων σε ποσοστιαία βάση "μεταφραζόταν" σε βουτιά 22,6% (η μεγαλύτερη ποσοστιαία υποχώρηση "ever"). Η κατάρρευση της αγοράς εκείνη την ημέρα έμεινε γνωστή ως "Μαύρη Δευτέρα".
Η τότε διοίκηση του Ελληνικού Χρηματιστηρίου αντέδρασε άμεσα αποφασίζοντας την προσωρινή αναστολή των συναλλαγών, με το Χ.Α. να επιστρέφει στην "ενεργό δράση" μετά από μία εβδομάδα και πιο συγκεκριμένα στις 26/10, όπου ο Γενικός Δείκτης σημείωσε ημερήσιες απώλειες 12,64%, για να ακολουθήσουν δύο ακόμη πτωτικές συνεδριάσεις με απώλειες 6,04% και 3,24%, αντίστοιχα.

Η παρακμή

Οι λόγοι της παρακμής του κλωστοϋφαντουργικού κλάδου που στηριζόταν στον ελληνικό "λευκό χρυσό" είναι ασφαλώς πολλοί. Ας δούμε μερικούς, χωρίς την πρόθεση ιεράρχησης ή αξιολόγησης των πιο σημαντικών από αυτούς.
Η είσοδος της ελληνικής οικονομίας στην ΕΟΚ, μετά το 1981, είχε σαν αποτέλεσμα να αλλάξουν σταδιακά οι πολιτικές στήριξης συγκεκριμένων αγροτικών προϊόντων, όπως του Βαμβακιού. Ιδιαίτερα μετά το 2006 οι εισοδηματικές ενισχύσεις μειώθηκαν αισθητά, οδηγώντας σε μείωση της παραγόμενης ποσότητας εγχώριου βαμβακιού. Παράλληλα, στους κλάδους υφασμάτων και ενδυμάτων διεκόπησαν οι πολιτικές προστασίας από ομοειδή εισαγόμενα προϊόντα, καθώς δασμοί και ποσοτικοί περιορισμοί προς ευρωπαϊκές χώρες καταργήθηκαν, οδηγώντας έτσι σε απελευθέρωση των εισαγόμενων ομοειδών προϊόντων, εξέλιξη που έπληξε τα εγχωρίως παραγόμενα που ήταν ακριβότερα.
Η σταδιακή αύξηση του εργατικού κόστους οδήγησε σταδιακά σε διάβρωση της ανταγωνιστικότητας των εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων στην κλωστοϋφαντουργία, αλλά κυρίως στους κλάδους υφασμάτων και ενδυμάτων που είχαν εμφανώς μικρότερο βαθμό επιρροής από τεχνολογικές εξελίξεις. Σε αυτό συνέβαλε και ο έντονος συνδικαλισμός που αναπτύχθηκε στους κλάδους, εξέλιξη που ήταν αναμενόμενη με βάση τα πολιτικοκοινωνικά δεδομένα της χώρας, σε συνδυασμό με την υψηλή συμμετοχή του εργατικού κόστος στο συνολικό κόστος παραγωγής.
Στη συνέχεια, ωστόσο, οι τεχνολογικές εξελίξεις οδήγησαν σε ραγδαία μείωση της συμμετοχής του εργατικού κόστους στην κλωστοϋφαντουργία κυρίως, ενώ παραμένει υψηλή στον κλάδο ενδυμάτων. Είναι προφανές ότι οι χώρες όπου το εργατικό κόστος παρέμενε χαμηλό επωφελήθηκαν, με αποτέλεσμα να συντελεστεί η διαδικασία μεταφοράς μεγάλου μέρους των κλάδων σε ασιατικές, κυρίως, χώρες.
Το κράτος που δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Εξαιτίας του ενδημούντος πελατειακού συστήματος στη χώρα μας, το πολιτικό σύστημα πίεσε συχνά τις διοικήσεις των εταιρειών και ιδιαίτερα των μεγαλυτέρων να προβούν σε αθρόες προσλήψεις προσωπικού που ήταν συχνά ακατάλληλο και το κυριότερο υπεράριθμο. Η απορρόφηση του υπερβάλλοντος κόστους συνέβαλε καθοριστικά στη διάβρωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, ενώ οι θεσμικές αγκυλώσεις δεν επέτρεψαν στη συνέχεια τη μείωσή του, όταν οι συνθήκες το επέβαλαν. Επιπλέον, το κράτος δεν διαμόρφωσε τις κατάλληλες πολιτικές στήριξης του κλάδου, με ειδικές βιομηχανικές πολιτικές και αναπτυξιακούς νόμους, ενόσω οι εθνικοί - ευρωπαϊκοί πόροι ήταν σε σχετική αφθονία και αυτό ήταν εφικτό, ώστε να επιτευχθεί ο εκσυγχρονισμός τουλάχιστον των εγκαταστάσεων, με τα αναγκαία επενδυτικά προγράμματα και την εφαρμογή άλλων κατάλληλων ενεργειών.
Το τραπεζικό σύστημα που υπήρξε παθητικός, μάλλον, θεατής των εξελίξεων, περιοριζόμενο σε τυπική παρακολούθηση των δανειοδοτήσεών του που συχνά, ωστόσο, δεν εκπληρούσαν τα συνήθη πιστωτικά κριτήρια. Δεν άσκησε ποτέ τον κατάλληλο παρεμβατικό ρόλο, ώστε να ληφθούν εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα, πριν οι εξελίξεις από την ενσωμάτωση της ελληνικής οικονομίας στην ευρωπαϊκή, με τους θεσμούς της και η καταιγιστική παγκοσμιοποίηση δρομολογήσουν καταστάσεις μη αντιστρέψιμες.
Για παράδειγμα, το τραπεζικό σύστημα θα μπορούσε εγκαίρως να διαγνώσει την ανάγκη κατάλληλου στρατηγικού επενδυτή για τις πλέον σημαντικές από τις εταιρείες, που θα λάμβανε τις κατάλληλες πρωτοβουλίες για τη μετάπτωση στα νέα δεδομένα. Αντ' αυτών, λειτούργησε με φοβικό και ευθυνόφοβο τρόπο, συμβάλλοντας έτσι στην επιτάχυνση εξελίξεων που ήταν κατά κανόνα μοιραίες για τις επιχειρήσεις του κλάδου.
Τελευταίος αλλά όχι και λιγότερο σημαντικός ήταν ο ρόλος των επιχειρηματιών, αρκετοί εκ των οποίων ασχολήθηκαν ενεργά με το "χρηματιστηριακό πρεστίζ" της εταιρείας και όχι με τη βιωσιμότητά της. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι οι περισσότεροι έριξαν "λευκή πετσέτα", προτιμώντας να ιδιωτεύσουν και να απολαύσουν τη σεβαστή προσωπική τους περιουσία, χωρίς να επιδιώξουν να προβούν στις ενέργειες που θα διαμόρφωναν προϋποθέσεις επιχειρηματικής επιβίωσής τους. Άλλοι ήταν απλώς κατώτεροι των περιστάσεων, αδυνατώντας να αντιληφθούν το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των συντελούμενων εξελίξεων.
Αλλά και εκείνοι που επεδίωξαν την αναδιάρθρωση της επιχείρησής τους, αδυνατούσαν να διαμορφώσουν το κατάλληλο όραμα με τη στρατηγική της εξωστρέφειας σε κεντρικό ρόλο και να δρομολογήσουν τις κατάλληλες προς τούτο ενέργειες. Κάποιοι άλλοι διέγνωσαν ότι δεν είχαν την κατάλληλη διαδοχή, με δεδομένο ότι έβλεπαν τη εταιρεία ως προσωπική τους υπόθεση.
Ίσως τελικά είχαν δίκιο όσοι επικεντρώνουν στο "έλλειμμα σοβαρής αστικής τάξης", ως του κύριου λόγου που η ελληνική οικονομία δεν μπόρεσε να κτίσει τις βάσεις μιας διαδικασίας ανατροφοδοτούμενης ανάπτυξης, οδηγώντας τελικά στο γνωστό σκηνικό της σοβαρής, χρόνιας και διευρυνόμενης ανισορροπίας ανάμεσα σε συνθήκες παραγωγής και κατανάλωσης.
Το τελικό αποτέλεσμα, όπως ήδη γνωρίζουμε, ήταν ο υπέρμετρος εξωτερικός δανεισμός που συντήρησε το αυξανόμενο χάσμα, να οδηγήσει τη χώρα σε χρεοκοπία, όταν οι διεθνείς δανειστές σταμάτησαν τη αναχρηματοδότηση του ελληνικού χρέους το 2010, οπότε η χώρα εισήλθε στο καθεστώς των μνημονιακών υποχρεώσεων, για να αποφύγει την επίσημη πτώχευση.
Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της συστηματικής αγνόησης της διαμόρφωσης της δομής της ελληνικής οικονομίας, με ισχυρή τη συμμετοχή του τομέα διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων - υπηρεσιών και αυτό μας διδάσκει η ιστορία του κλωστοϋφαντουργικού κλάδου και των συνδεδεμένων με αυτόν κλάδων. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου